Αρχική

Σαν ένας άλλος Κάσπαρ Χαουζερ

Σαν ένας άλλος Κάσπαρ Χαουζερ

Ξεκίνησα, πριν από ένα χρόνο, να γράφω το μυθιστόρημα, με τον τίτλο: ΄΄Ακελδαμά΄΄, το οποίο και ολοκλήρωσα ως ηλεκτρονικό βιβλίο: https://www.ebooks4greeks.gr/akeldama

της Ελένης Σεμερτζίδου

Στο μυαλό μου είχα δύο πράγματα:

  1. Το χωρίον α΄18-19 των Πράξεων των Αποστόλων.
  2. Το άλυτο μυστήριο που συγκλόνισε την Ευρώπη, τον 19ο αιώνα, του Κάσπαρ Χάουζερ.

Παραθέτω, πρώτα, το εν λόγω χωρίο:

"Πράξεις των Αποστόλων" (α΄ 18-19): «Και το άθλιον αυτό τέλος του Ιούδα, καθώς και το ότι ηγοράσθη ο αγρός με την αμοιβήν της προδοσίας του, έγιναν γνωστά εις όλους τους κατοικούντας εν Ιερουσαλήμ, ώστε να ονομασθή το χωράφι εκείνο εις την ιδικήν τους Αραμαϊκήν γλώσσαν Ακελδαμά, τουτέστι χωράφιον αίματος, επειδή με το τίμημα του αίματος του Ιησού είχεν αγορασθή»

Και συνεχίζω με την επιγραφή στην ταφόπετρα, σ’ ένα ήσυχο νεκροταφείο στην εξοχή, που θάφτηκε ο Κάσπαρ Χάουζερ:

«Ενθάδε κείται ο Κάσπαρ Χάουζερ, ένα αίνιγμα της εποχής του. Η γέννησή του ήταν άγνωστη, ο θάνατός του ένα μυστήριο».

Στο χωρίο από τις Πράξεις των Αποστόλων είναι εμφανές ότι γίνεται λόγος για τον Ιούδα και για τον αγρό που είχε αγοράσει εκείνος με τα «τριάκοντα αργύρια αντίτιμο σιωπής» που του δόθηκαν για την προδοσία του Ιησού, με αποτέλεσμα ο αγρός αυτός να ονομασθεί ΄΄αγρός αίματος΄΄ ή αλλιώς ΄΄Ακελδαμά΄΄ στην Αραμαϊκή γλώσσα.

Στην επιγραφή, πάλι, στην ταφόπετρα γίνεται λόγος για ένα παιδί, τον Κάσπαρ Χάουζερ που βρέθηκε στη Γερµανία, µέσα στο δάσος. Βρέθηκε - δεν ήρθε. Και µεγαλωµένο πια, παλικάρι, δεν ήξερε να µιλήσει καθόλου, καμία ανθρώπινη γλώσσα. Όχι πως ήταν βουβό, απλά δεν ήξερε να µιλήσει. Φαινότανε δηλαδή πως είχε ζήσει χωρίς τους ανθρώπους, µακριά τους - δεν είχε µιλήσει µε τους ανθρώπους, δεν τους ήξερε. Κανένας δεν έµαθε πώς έζησε τόσα χρόνια, πού κρυβόταν, πώς δεν βρήκε ποτέ τους ανθρώπους.

Και ο Ιούδας, και ο Κάσπαρ Χάουζερ, παραμένουν, μέχρι σήμερα, δύο αινιγματικά πρόσωπα, γιατί ο ένας «προδίδει τον Θεό», σαν να μην τον γνώρισε ποτέ στην πραγματικότητα, και ο άλλος «δεν γνώρισε ποτέ Θεό» στη δική του πραγματικότητα. Παρόλο αυτά, στην ψυχή μου προκαλούν την ίδια θλίψη και τα δύο αυτά πρόσωπα, και θα μπορούσα να τους αποδώσω το ίδιο ποίημα, αυτό που έγραψε ο Paul Verlaine το 1880, συγκινημένος από την ιστορία του Κάσπαρ Χάουζερ. Παραθέτω το ποίημα, με την μετάφραση που ΄΄τόλμησα΄΄ να κάνω:

Ήρθα, ήρεμος ορφανός
Ο Gaspard Hauser τραγουδά:

Ήρθα, ήρεμος ορφανός,
Πλούσιος μόνο με τα ήσυχα μάτια μου,
Προς τους άνδρες των μεγάλων πόλεων:
Δεν με βρήκαν έξυπνο.

Είκοσι ετών, ένα πρόβλημα
Υπό το όνομα των φλογερών ερώτων
Με έκανε να βρω τις γυναίκες όμορφες:
Εκείνες δεν με βρήκαν όμορφο.

Αν και χωρίς πατρίδα και χωρίς βασιλιά
Και πολύ γενναίο να μην είσαι έτσι.
Ήθελα να πεθάνω στον πόλεμο.
Ο θάνατος δεν με ήθελε.

Γεννήθηκα πολύ νωρίς ή πολύ αργά;
Τι κάνω σ' αυτόν τον κόσμο;
Όλοι σας, η θλίψη μου είναι βαθιά:
Προσευχήσου για τον καημένο τον Κάσπαρ!

Και μένω, κυρίως, σ’ αυτή την τελευταία στροφή:

΄΄Γεννήθηκα πολύ νωρίς ή πολύ αργά;
Τι κάνω σ' αυτόν τον κόσμο;
Όλοι σας, η θλίψη μου είναι βαθιά:
Προσευχήσου για τον καημένο τον Κάσπαρ!΄΄

Στις 26 Μαΐου του 1828, ένας παράξενος έφηβος, ντυμένος με ρούχα χωρικού, περπατά περίεργα, σαν να ήταν μεθυσμένος, στους δρόμους της Νυρεμβέργης. Η 26η Μαΐου είναι η ημέρα της δικής μου γέννησης. Θα μπορούσα να περπατώ δίπλα σ’ αυτό το αγόρι στους άδειους δρόμους μιας έρημης πόλης. Δεν ήρθα, απλώς βρέθηκα μυστηριωδώς, όπως ο Κάσπαρ. Δεν ξέρω να μιλάω, όπως αυτός, αλλά από την άλλη δεν είμαι και βουβή. Δεν συναντήθηκα ποτέ με τους ανθρώπους, όπως εκείνος, αλλά ζω ανάμεσά τους. Δεν έχω πατρίδα και βασιλιά, όπως ο Κάσπαρ, κατά τον ποιητή Βερλαίν, όμως θέλω να πολεμήσω. Δεν έχω θεό και προορισμό, όμως θέλω να ζήσω.

Ένας τσαγκάρης πλησιάζει και το αγόρι τού δίνει ένα σφραγισμένο φάκελο ο οποίος απευθυνόταν «στον Αξιότιμο Διοικητή της 4ης Ίλης, του 6ου Συντάγματος Ελαφρού Ιππικού, στη Νυρεμβέργη». Τα μόνα λόγια που επαναλαμβάνει ο Κάσπαρ είναι «δεν ξέρω» και «θέλω να γίνω καβαλάρης, όπως και ο πατέρας μου». Τελικά, μη μπορώντας να συνεννοηθούν μαζί του, τον βάζουν σ’ ένα στάβλο, όπου ο νέος αποκοιμιέται αμέσως. Με βάζουν σ’ ένα στάβλο, όπου αποκοιμιέμαι αμέσως..

Στις τσέπες του αγοριού βρίσκονται μερικά γράμματα, κάποια έντυπα θρησκευτικά κείμενα, μεταξύ των οποίων και ένα μικρό εγχειρίδιο με τίτλο «Η τέχνη της αντικατάστασης του χαμένου χρόνου και των ετών που ξοδεύτηκαν άσκοπα». Σ’ ένα από τα γράμματα στην τσέπη του διαβάζουμε: «Αν δε μπορείτε να τον κρατήσετε, σφάξτε τον ή κρεμάστε τον από την καπνοδόχο». Το γράμμα ήταν ανυπόγραφο, όμως έφερε ως ημερομηνία συγγραφής το 1828. Σκέφτομαι ότι ένα τέτοιο γράμμα θα μπορούσε να έχει βρεθεί και στις δικές μου τσέπες σε έναν άλλο χρόνο.. Όσο για τον χαμένο χρόνο και τα έτη που ξοδεύτηκαν άσκοπα, σύμφωνα με τον τίτλο του θρησκευτικού εγχειριδίου, θα μπορούσε να συνοψισθεί όλη η ΄΄κλειστοφοβική ιστορία΄΄ του καθενός από εμάς και του εγκλεισμού του βίου μας σ’ ένα στενάχωρο κελί, όπως αυτό της ύπαρξής μας.

Ποιο είναι, λοιπόν, το παρελθόν αυτού του αγοριού; Ποιο είναι το παρελθόν το δικό μου;

΄΄Γεννήθηκα πολύ νωρίς ή πολύ αργά;
Τι κάνω σ' αυτόν τον κόσμο;
Όλοι σας, η θλίψη μου είναι βαθιά:
Προσευχήσου για τον καημένο τον Κάσπαρ!΄΄

 Gaspard Hauser τραγουδά του Paul Verlaine)

Μια από τις πολλές ερμηνείες που δόθηκαν ήταν ότι ο Κάσπαρ ήταν διάδοχος θρόνου και αποπειράθηκαν να τον δολοφονήσουν, όταν ήταν βρέφος. Τελικά, δεν τον σκότωσαν, αλλά για να πάρουν το θρόνο του πατέρα του οι επίδοξοι δελφίνοι τον κράτησαν όμηρο για πολλά χρόνια σε μια στενή φυλακή, με νερό μόνο και ψωμί, μέχρι που έφτασε στην εφηβεία και τότε τον ξαμόλησαν σ’ έναν άγνωστο και εχθρικό κόσμο, στον οποίο οι γυναίκες δεν διέφεραν από τους άντρες, παρά μόνο στα ρούχα που φορούν.

Νιώθω την ίδια κακοποίηση στο σώμα μου και την ψυχή μου, τον ίδιο εξοβελισμό, την ίδια περιθωριοποίηση, τον ίδιο ΄΄ψυχοκοινωνικό νανισμό΄΄, την ίδια πολιτική βία, ως μια σοκαριστική ένδειξη για το τι είναι ικανός να κάνει ένας άνθρωπος στον συνάνθρωπό του στο όνομα της πολιτικής και της εξουσίας:

 Κάσπαρ Χάουζερ

Ελένη Σεμερτζίδου

Δεν βλέπω καμία διαφορά σ’ αυτά τα πρόσωπα. Για άλλους, ο Κάσπαρ και η Ελένη είναι, απλώς και μόνον, ψεύτες. Για άλλους, είναι θύματα. Κερδίζουν τη συμπάθεια του κόσμου και γίνονται πιστευτοί. Δυο ΄΄άγρια παιδιά΄΄, που νιώθουν πιο άνετα τη νύχτα και η όρασή τους στο σκοτάδι είναι εκπληκτική. Δεν είναι τρελοί, ούτε έχουν κάποια διανοητική υστέρηση. Απλά, έπρεπε να έχουν γυρισμένη την πλάτη τους, κατά τη διάρκεια της ομηρίας τους, για να μην βλέπουν το φως, τους ανθρώπους, τα τοπία, την ιστορία, τον θεό..

Και, στο σημείο αυτό, διεισδύει ο Ιούδας, που έχει, αντιθέτως, Βασιλιά μισητό και Πατρίδα αιχμάλωτη, και μπροστά στο πάθος της αποτίναξης της πολιτικής βίας και εξουσίας, γυρίζει κι αυτός την πλάτη του, θύμα και θύτης, και οδηγεί στην προδοσία και τη σταύρωση τον Δάσκαλό του και Θεάνθρωπο. Ο πιο ΄΄ξένος, μέσα στην ΄΄πολιτεία των ξένων΄΄ της πατρίδας του, είναι ο Ιούδας. Ο πιο ΄΄αποπλανημένος΄΄, που όταν κατάλαβε τι είχε κάνει, κρεμιέται από ένα δέντρο, είναι ο μορφωμένος αυτός μαθητής.

Και πάλι οι στίχοι από το ποίημα του Verlaine στοιχειώνουν τη σκέψη μου:

΄΄Ήθελα να πεθάνω στον πόλεμο.
Ο θάνατος δεν με ήθελε.΄΄

Στο μυθιστόρημά μου, με τον τίτλο: ΄΄Ακελδαμά΄΄, ο Λούτσι και ο Άλκης, οι δύο ήρωές μου, ο ένας κεραμοποιός και ο άλλος δήθεν φοιτητής Αρχαιολογίας, κουβαλάνε κάτι από την τραγικότητα του Ιούδα και του Κάσπαρ. Το «βάρος» τους «βαραίνει» και εμένα. Ίσως γιατί πρέπει να μπω μέσα τους και να «θυμηθώ», να ανασύρω από μέσα μου, την πρώτη στροφή του Ποιητή:

΄΄Ήρθα, ήρεμος ορφανός,
Πλούσιος μόνο με τα ήσυχα μάτια μου,
Προς τους άνδρες των μεγάλων πόλεων:
Δεν με βρήκαν έξυπνο.΄΄

Έτσι μόνο θα μπορέσω να γράψω για τον δικό μου υπαρξιακό «ερχομό», για τη δική μου «ήρεμη ορφάνια», πλούσια μόνο με τα ήσυχα μάτια μου.

Και θα κλείσω, λέγοντας ότι αν κάτι τελικά βοηθάει στον καιρό της πανδημίας και του κοινωνικού σπαραγμού είναι αυτή η «ήσυχη ματιά» και η συνειδητοποίηση μιας «ορφάνιας». Ίσως, αυτά τα δύο να είναι και η δύναμή μου, για να σταθώ, όπως οι ήρωες του μυθιστορήματός μου, όπως ο Κάσπαρ Χάουζερ και ο Ιούδας, ανάμεσα στην αυλαία και τα παρασκήνια, έρημη, ορφανή, αλλά και ΕΛΕΥΘΕΡΗ, χωρίς παρελθόν, στο ΠΑΡΟΝ μου.

Ελένη Σεμερτζίδου

Δρ. Λογοτεχνίας-Ιατρική Βιβλιοθηκονόμος

ΙΑΤΡΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΠΓΝΘ ΑΧΕΠΑ